Θεματικό δελτίο αναφορικά με την επείγουσα προδικαστική διαδικασίας και ταχεία διαδικασία εξέδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Όπως αναφέρεται στο δελτίο, για την περίπτωση που απαιτείται ταχύτερη εκδίκαση της υπόθεσης, το άρθρο 23α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει τα εξής:

«Ο κανονισμός διαδικασίας μπορεί να προβλέψει τη διεξαγωγή ταχείας διαδικασίας, για τις δε αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που αφορούν το χώρο ελευθερίας, ασφαλείας και δικαιοσύνης τη διεξαγωγή επείγουσας διαδικασίας. Στο πλαίσιο των διαδικασιών αυτών μπορεί να προβλέπει βραχύτερη προθεσμία σε σχέση με την προβλεπόμενη στο άρθρο 23 όσον αφορά την κατάθεση υπομνημάτων ή γραπτών παρατηρήσεων και, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 20, τέταρτο εδάφιο, μπορεί να προβλέπεται η εκδίκαση της υποθέσεως χωρίς προτάσεις του γενικού εισαγγελέα.

Επιπλέον στο πλαίσιο της επείγουσας διαδικασίας μπορεί να προβλέπεται ο περιορισμός του αριθμού των διαδίκων και των λοιπών ενδιαφερομένων περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 23 και στους οποίους έχει επιτραπεί η κατάθεση υπομνημάτων ή γραπτών παρατηρήσεων, στις δε περιπτώσεις εξαιρετικού επείγοντος, η παράλειψη του εγγράφου σταδίου της διαδικασίας.»

Η ταχεία διαδικασία υφίσταται από το 2000 και ρυθμίζεται σήμερα, αφενός, από τα άρθρα 105 επ. του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όσον αφορά τις προδικαστικές παραπομπές, και, αφετέρου, από τα άρθρα 133 επ. του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας όσον αφορά τις ευθείες προσφυγές. Συγκεκριμένα, η ταχεία διαδικασία μπορεί να εφαρμοστεί ανεξαρτήτως του είδους διαδικασίας, εφόσον η φύση της υπόθεσης απαιτεί να αποφανθεί το Δικαστήριο το συντομότερο δυνατόν.

Το αίτημα υπαγωγής της υπόθεσης στην ταχεία διαδικασία υποβάλλουν το αιτούν δικαστήριο, στην περίπτωση προδικαστικής παραπομπής, και ο προσφεύγων ή ο καθού, στην περίπτωση ευθείας προσφυγής. Την απόφαση λαμβάνει ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, αφού ακούσει τον εισηγητή δικαστή, τον γενικό εισαγγελέα και, ενδεχομένως, τον αντίδικο. Κατ’ εξαίρεση, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου μπορεί επίσης να αποφασίσει αυτεπαγγέλτως να εφαρμόσει την ταχεία διαδικασία.

Έως τον Ιανουάριο του 2019, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου αποφαινόταν με διάταξη επί κάθε αιτήματος εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας. Εντούτοις, η πρακτική αυτή εγκαταλείφθηκε και, από τον Φεβρουάριο του 2019, οι λόγοι αποδοχής ή απόρριψης του αιτήματος μνημονεύονται εν συντομία στην απόφαση που περατώνει τη δίκη.

Η επείγουσα προδικαστική διαδικασία είναι πιο πρόσφατη, δεδομένου ότι θεσπίστηκε το 2008, λόγω της επέκτασης των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και του Δικαστηρίου στον τομέα του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα, δεδομένου του ιδιαίτερα ευαίσθητου χαρακτήρα του τομέα αυτού, κρίθηκε αναγκαία η θέσπιση ειδικής κατά παρέκκλιση διαδικασίας, η οποία καθιστά εφικτή, εφόσον απαιτείται, την προστασία των συμφερόντων που διακυβεύονται. Επομένως, εν αντιθέσει προς την ταχεία διαδικασία, η οποία μπορεί να εφαρμοστεί σε όλους τους τομείς του δικαίου της Ένωσης και σε κάθε είδους διαδικασία, η επείγουσα προδικαστική διαδικασία, η οποία ρυθμίζεται από τα άρθρα 107 επ. του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, προβλέπεται αποκλειστικά για τις προδικαστικές παραπομπές που εγείρουν ζητήματα αφορώντα τους τομείς που προβλέπονται στον τίτλο V του τρίτου μέρους της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Συνθήκη ΛΕΕ), σχετικά με τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

Η απόφαση περί αποδοχής ή απόρριψης του αιτήματος του αιτούντος δικαστηρίου περί υπαγωγής της υπόθεσης στην επείγουσα προδικαστική διαδικασία λαμβάνεται από τμήμα το οποίο ορίζεται από το Δικαστήριο για τον σκοπό αυτό και δεν αιτιολογείται. Εντούτοις, εφόσον το αίτημα υπαγωγής στην επείγουσα προδικαστική διαδικασία γίνει δεκτό, το Δικαστήριο, όταν αποφαίνεται επί της ουσίας της υπόθεσης, συνοψίζει συχνά τα επιχειρήματα του αιτούντος δικαστηρίου τα οποία δικαιολογούν την εφαρμογή της διαδικασίας αυτής. Εξάλλου, όταν το αιτούν δικαστήριο δεν υποβάλλει αίτημα υπαγωγής στην επείγουσα προδικαστική διαδικασία, πλην όμως η διαδικασία αυτή κρίνεται, εκ πρώτης όψεως, επιβεβλημένη, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο τμήμα να εξετάσει αν είναι αναγκαίο να υπαχθεί η προδικαστική παραπομπή στην επείγουσα προδικαστική διαδικασία, η οποία μπορεί τότε να εφαρμοστεί αυτεπαγγέλτως.

Επισημαίνεται επίσης ότι τα νομοθετικά κείμενα που ρυθμίζουν την ταχεία διαδικασία και την επείγουσα προδικαστική διαδικασία δεν διευκρινίζουν, λεπτομερώς, τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορούν να εφαρμοστούν οι διαδικασίες αυτές.

Συναφώς, μόνο το άρθρο 267, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ μνημονεύει ρητώς μια περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί «το συντομότερο δυνατόν», ήτοι όταν το προδικαστικό ερώτημα ανακύπτει σε υπόθεση η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση.

Ελλείψει επιπλέον στοιχείων, σκοπός του παρόντος δελτίου είναι να παραθέσει αποφάσεις αντιπροσωπευτικές της εκ μέρους του Δικαστηρίου δικονομικής αντιμετώπισης, από τις οποίες προκύπτουν οι λόγοι που μπορούν να δικαιολογήσουν την εφαρμογή της επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας ή της ταχείας διαδικασίας.

Δείτε αναλυτικά το δελτίο.

Περισσότερα Εδω